ευηφενής

εὐηφενής, -ές (Α)
εύπορος, πλούσιος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + άφενος (το) «πλούτος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐηφενέος — εὐηφενής wealthy masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Philippes — 41°00′47″N 24°17′11″E / 41.01306, 24.28639 …   Wikipédia en Français

  • ευηγενής — εὐηγενής, ές (Α) επικ. τ. αντί ευγενής. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού ευγενής, κατά το πρότυπο τού ευηφενής «πλούσιος»] …   Dictionary of Greek

  • ευηφενώ — εὐηφενῶ, έω (Α) [ευηφενής] είμαι ευκατάστατος …   Dictionary of Greek

  • εὐηφενέων — εὐηφενέω to be wealthy pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) εὐηφενής wealthy masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.